Σελίδα 272 - Όνειρο ή μήπως...



Κενό.
    Είμαι κάτι σαν στρατιώτης του μυαλού. Μπαίνω σε ένα εστιατόριο όπου βλέπω σε ένα τραπέζι να συζητάει ένα ζευγάρι. Και έχω ένα τρομερό δίλλημα. Τί θα προτιμούσα; Να κάτσω να μιλήσω με το ζευγάρι ή να πάω μόνος μου στο μπαρ να ακούσω μουσική; Εννοείται διαλέγω το πρώτο ώστε μέσω του διαλόγου με τα δύο άγνωστα πρόσωπα να κερδίσω κάτι, να μάθω κάτι καινούργιο, να γνωρίσω και μία γυναίκα. Αν και πρέπει να πω ότι νιώθω κάτι να με συνδέει με το ζευγάρι. Για κάποια στιγμή αισθάνθηκα ότι ο άντρας είμαι εγώ. Μετά το απέκλεισα όμως καθώς αυτός είχε γκρίζα, σαν καμμένο κάρβουνο, μαλλιά. Τώρα που σκέφτομαι τη λέξη "δίλλημα", δεν ξέρω γιατί αλλά, μου έρχεται στο μυαλό η λέξη "ντοματοπολτός". Έπρεπε να πάω, ήταν κάτι σαν αποστολή. Και δεν έπρεπε να με αποσυντονίσει κανένα μέσο από τη δουλειά μου. Ο θόρυβος στο σύστημα πρέπει να εξαληφθεί. Κι έτσι βρέθηκα σε κάποια πόλη. Πόλη που έχει κρύο σίγουρα.
Κενό.
     Κάποιος μου είπε ότι οι σπιτόγατες όταν βλέπουν ξένο μέσα στο σπίτι καρφώνουν τα μάτια τους στα παπούτσια του. Έτσι έπαθα όταν μπήκα σε ένα σπίτι και ψάχνοντας τον ιδιοκτήτη η γάτα κοίταζε τα παπούτσια μου και γρύλιζε. Μόλις τα έβγαλα με κοίταξε με ένα βλέμμα απορίας, μύρισε τα παπούτσια μου, μύρισε τα πόδια μου και έφυγε.
Κενό.
     Περπατάω με τον φούρναρη. Μιλάμε για ώρα και κάποια στιγμή ρωτάει "Τελικά που πάμε;". "Όπου μας πούνε. Όπου μας πει ο υπερεγκέφαλος που ελέγχει τα πάντα. Τώρα πατάει το κουμπάκι στο χειριστήριο και κοίτα, χοπ, πηδάω. Τώρα μου λέει περπάτα και περπατάω. Πατάει το άλλο κουμπί και, κοίτα, ρίχνω κλωτσιά".
Κενό.
     Σε ένα σπίτι με έναν φίλο επιστήμονα εμφανίστηκε ένα τεράστιο σκυλί και το κλειδώσαμε στο σαλόνι.Ο σκύλος βρήκε φαγητό εκεί και ηρέμισε για λίγο. Άρχισα να ιδρώνω.Βρήκα ένα σιδερένιο, μαύρο ακόντιο. Ο επιστήμονας έχει κάτσει σταυροπόδι, σε ένα στρώμα κάτω στο ξύλινο πάτωμα. Απέναντί μου ξεχωρίζει μία μάζα με γκρεμισμένα, αναποδογυρισμένα  έπιπλα που φράζουν την έξοδο του σκυλιού από το σαλόνι.
- Νομίζεις ότι μπορούμε να κοιμηθούμε ήσυχοι το βράδυ με αυτό το σκυλί εδώ μέσα;
- Όχι.
Ο σκύλος εμφανίζεται πίσω μου. Ακουμπάει την πλάτη του στην πλάτη μου, στέκεται στα πίσω πόδια του και με τα μπροστινά φτιάχνει τα μαλλιά του κοιτώντας στον καθρέφτη. Του δίνω μία μπουνιά στην πλάτη και νιώθω την μπουνιά μου να συνθλίβεται σαν να βάρεσα τσιμέντο. Ο σκύλος είχε μεταμορφωθεί σε άγαλμα.
Κενό.
     Κρατάω μία πιατέλα με λουκουμάδες και ξηρούς καρπούς. Τρώω συνέχεια. Διαπιστώνω ότι στο βάθος της πιατέλας υπάρχουν κάτι σαν παγάκια που δεν φαίνονται καλά γιατί έχει σκοτάδι εδώ μέσα. Τρώω και από τα παγάκια και καταλαβαίνω ότι δεν είναι παγάκια. "Ρε μαλάκες, μου έχετε βάλει γυαλιά και τρώω τόση ώρα;". Με πιάνει βήχας και φτύνω μερικά κομμάτια γυαλί ενώ άλλα κολλάνε στον λαιμό. Προσπαθώ να βήξω. Τα γυαλιά είναι λεπτά και έχουν πάνω κόκκινα σχεδιάκια. Εκτός κι αν αυτά τα σχεδιάκια είναι το αίμα μου. "Τέχνη στον θάνατο", οι τελευταίες μου λέξεις πριν λιποθυμήσω.
Κενό.
     Ένας ψηλός, μελαχρινός άντρας ονόματι Φιλίπο, στέκεται στην πόρτα ενός ψιλικατζίδικου. Μπροστά από το μαγαζί υπάρχει δρόμος. Ο άντρας κρατάει ένα γατάκι στο ένα χέρι και στο άλλο ένα βιολί. Ακούγεται η φωνή του παρουσιαστή.
"Δεν είναι σκέτη απόλαυση να βλέπει κανείς τον Φιλίπο; Όχι μόνο επειδή είναι γλυκός έτσι όπως αγκαλιάζει την γάτα, αλλά επειδή παίζει και φοβερή μουσική".
Κενό.

Σελίδα 94 - Capax infiniti


Θα το παρομοίαζα με ένα είδος κρυστάλλινης σφαίρας με μυτερές προεξοχές στην επιφάνειά της. Μέσα υπήρχαν αέρινες, γαλάζιες μορφές, σαν έντομα. Το παιδί που μου έδωσε αυτή τη σφαίρα μου είπε ότι η ιστορία της βρίσκεται πολλά χρόνια πίσω. Δεν κατάλαβα τί εννοούσε με την φράση "πολλά χρόνια πίσω" αλλά τον πίστεψα. Γιατί να μην τον πιστέψω εξάλλου. Τα παιδιά δεν λένε ψέματα, ιδιαίτερα για ένα θέμα τόσο σοβαρό όσο η συγκεκριμένη σφαίρα. Κάποτε αυτό το παιδί βρέθηκε δίπλα μου και με βοήθησε να σπρώξω στον γκρεμό ένα τεράστιο αριθμό άχρηστων πραγμάτων. Κι όταν γκρεμίστηκαν μου έδωσε την σφαίρα "για να τα καταστρέψω ευκολότερα". Ναι, χρησιμοποίησε την λέξη "καταστροφή", σαν να ήξερε σε ποιον μιλάει.

Εξερεύνησα την σφαίρα, τόσο εξωτερικά όσο και εσωτερικά. Κοιτώντας τις γαλαζόμορφες υπάρξεις μέσα στο κενό υπήρξε η ψευδαίσθηση ότι μπορούσα να επικοινωνήσω μαζί τους. Αντιλήφθηκα ότι δεν πρόκειται για ψευδαίσθηση. Πράγματι μπορούσα απλά και μόνο κοιτώντας την σφαίρα να μεταφέρω τις σκέψεις μου στα περίεργα όντα που βρισκόντουσαν μέσα σε αυτήν. Κατάλαβα μάλιστα ότι δεν ήταν ακριβώς γαλάζιο το χρώμα τους αλλά είχε και μία απόχρωση πράσινου. Μέρες ή νύχτες πέρασαν και συνέχισα με επιμονή να μεταφέρω τις σκέψεις μου στους κατοίκους της σφαίρας. Ύστερα από αρκετούς πειραματισμούς άρχισαν και αυτοί με την σειρά τους να μου μεταφέρουν τις σκέψεις τους. Πολλές φορές μου εκδήλωναν ένα είδος θλίψη που ζούσαν φυλακισμένοι στο κενό. Άλλες φορές με έκαναν να γελάω με τα παιχνίδια τους. Άλλαζαν χρώματα, συγκρούονταν με τα τοιχώματα της σφαίρας, συγχωνεύονταν πολλοί σε ένα ή διαιρούνταν ο ένας σε πολλούς και έκαναν διάφορες σκανδαλιές. Μα ποιοι ήταν;

Έπειτα, άρχισε να μορφώνεται μία σχέση αλληλεξάρτησης με τα όντα της σφαίρας. Μου μετέφεραν πληροφορίες για τον κόσμο τους κι εγώ τους ενημέρωνα για τον έξω κόσμο. Φαινόταν σαν ένα είδος ανταλλαγής. Θα μπορούσε κάλλιστα να ονομαστεί και σχέση "αλληλεγγύης" αφού προσπαθούσαμε από κοινού να λύσουμε κάποια προβλήματα είτε μέσα είτε έξω από την σφαίρα. Η αλληλεγγύη όμως εξαφανιζόταν όταν οι δολοπλοκίες με πρόφαση το παιχνίδι οδηγούσαν σε μεγάλους πολέμους μέσα στη σφαίρα, έξω από τη σφαίρα, μέσα στο μυαλό μου ή έξω από αυτό. Όλες αυτές οι εναλλαγές πολέμου-ειρήνης με οδήγησαν σε καθολικό επαναπροσδιορισμό των αξιών.

Ας μην παίζω όμως άλλο με την υπομονή σου αναγνώστη, καθώς αφού βρήκες το ημερολόγιο θα πρέπει να διεισδήσεις στον κόσμο μου όσο είναι καιρός. Και δεν έχουμε χρόνο. Ποτέ δεν είχαμε. Η Λία, ο Λη και το Λι ήταν τα τρία όμορφα πλασματάκια που κατοικούσαν στη σφαίρα. Η Λία μου είπε το όνομά της σε μία στιγμή συναισθηματικής γαλήνης μία μέρα που την χαίδευα με τα ηλεκτρομαγνητικά κύματα που μαστίγωναν τη σχέση μας. Ο Λη δεν μιλούσε ποτέ και έτσι τον βάφτισα από μόνος μου Λη. Υστερα ρώτησα το Λι το όνομά του και μου είπε ότι μόνο αν το νικήσω σε μονομαχία θα μου το πει. Πάντα μου άρεσε το παιχνίδι των προκλήσεων και έτσι δέχτηκα.

Μία φορά, είπε το Λι, κατάφερε να βγει από τη σφαίρα. Ήταν τότε που συγχρονίστηκε απόλυτα με τα πάντα. Το Όλον, όπως το ονόμαζε, του προκάλεσε ένα ρίγος τόσο δυνατό που εξαφανίστηκε οτιδήποτε στέρεο το κρατούσε στην επιφάνεια της ύπαρξης. Οι παράλληλες σκέψεις, τα παράλληλα συναισθήματα, βρήκαν τον δρόμο και συναντήθηκαν στο τέλος, εκεί όπου τα στενά δεν περικλύονται από τίποτα και η ύπαρξη αναιρείται από την ύπαρξή της. "Δεν έχω για εσάς καμία λύση επειδή δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα. Δεν μπορώ να βρω κανένα πρόβλημα και συνεπώς δεν υπάρχει καμία λύση".

Ενώ μιλούσε το Λι ξέχασα ότι παίζαμε το παιχνίδι του. Σε ό,τι κάνω σχεδόν πάντα είμαι απρόσεκτος. Ένιωσα κάτι υγρό να τρέχει κατά μήκος της μύτης μου. Το Λι χαμογέλασε στην αντίδραση μου όταν είδα την αντανάκλασή μου στην σφαίρα. Είχα μία τρύπα στο κούτελο, μεταξύ των δύο ματιών και μία παχύρευστη, πορτοκαλί, γλοιώδης μάζα που πλέον είχε φτάσει στα χείλη μου. Είχε αλμυρή γεύση και λίγο ξινή. Το Λι σαν αρπακτικό πετάχτηκε έξω από τη σφαίρα, έβαλε το στόμα του πάνω από την τρύπα του κεφαλιού μου και άρχισε να ρουφάει. Οι κόρες των ματιών μου γύρισαν ανάποδα και ένα βάρος άρχισε να εγκαταλείπει το κεφάλι μου. Σαν ξαφνικά τα πάντα να έγιναν πιο ελαφριά. "Έχασες. Τώρα θα μάθεις όλα τα μυστικά" είπε το Λι και αφού άδειασε τον εγκέφαλό, φύσηξε μέσα του μία μελωδία από χρυσές κλωστές. Μέσα στην σφαίρα είδα τον ιστό επικοινωνίας που πλέκουν τα αρπαχτικά μεταξύ τους. Πάνω στον ιστό παγιδεύονται τα θύματα που η μοίρα τους είναι να κατασπαραχτούν. Και είναι τόσο όμορφο το θέαμα που μπορείς να ζήσεις εκεί μέσα για πάντα παρακολουθώντας αυτό το κυνήγι που αναπόφευκτα θα οδηγήσει σε σφαγή. Ίσως να είναι και εθιστικό όλο αυτό αλλά ας μην παίζω με τις λέξεις.

Το Λι το ουδέτερο θόλωσε τα πάντα. Η μνήμη μου εξαφανίστηκε; Όλα αυτά που γράφω ήταν ένα όνειρο; Δεν ανήκουν στην μνήμη αλλά στη σφαίρα της φαντασίας; Εξαϋλώθηκε μέχρι και το ημερολόγιο; Πώς; Ποτέ δεν ήξερα ότι γράφω ημερολόγιο. Κι ακόμα αναρωτιέμαι γιατί κάποιοι επιμένουν ότι ακόμα κι αν δεν υπάρχω στην πραγματικότητα, θα υπάρχω στην φαντασία. Πάντα, όπου κι αν πήγαινα με ακολουθούσαν τα "πιστεύω" αυτών που με περιβάλλουν. Ακόμα και τότε που...συγχωρέστε με αλλά φεύγω θα τα πούμε άλλη φορά αυτά. Ένα θύμα εγκλωβίστηκε και πρέπει να κατασπαραχτεί. Αυτό ακριβώς που χρειαζόμουν. Και ένας αγαπημένος φίλος κάποτε με ρώτησε "Μα τόσο τυχερός νιώθεις;" Ωστόσο δεν θα ήθελα να βρεθεί κανένας μπροστά μου και να δει την τρύπα και το χάος που θα δημιουργήσω όταν αποφασίσω να καταστρέψω την σφαίρα. Όταν το αρσενικό, το θηλυκό και το ουδέτερο επιστρέψουν στις αρχικές τους μορφές. Ικανός για όλα : τόσο τυχερός.

Σελίδα 11 - Φανταστικό ταξίδι




Πήγα σε έναν πραγματολόγο να πάρω γυαλιά. Δεν είχα σκοπό να πάρω γυαλιά αλλά...Τέλος πάντων, ορίστε πώς έχει η ιστορία. Τα γυαλιά που φοράω, όταν τα φοράω, είναι τα μόνα γυαλιά με τα οποία βλέπω την πραγματικότητα όπως Είναι. Δεν υπάρχει αλήθεια, δεν υπάρχει ψέμμα, υπάρχει μόνο αυτό που Είναι. Χωρίς τα γυαλιά πολλές φορές μπερδεύομαι, δυσκολεύομαι να διακρίνω αυτό που Είναι. Κατά κάποιον τρόπο εισέρχονται στο μυαλό μου κύματα που με αποπροσανατολίζουν. Κύματα που με ωθούν προς κάτι που είναι αλήθινο ή κάτι που είναι ψεύτικο. Με λίγα λόγια, η αίσθηση της όρασης επηρεάζεται από τον έξω κόσμο, που με την σειρά του επηρεάζει την κρίση της συνείδησης : αξιολογήσεις που εκφέρουν αυθαίρετες ή λογικές ή ά-λογες γνώμες για πράγματα. Κι αυτό μόνο όταν δεν φοράω γυαλιά. Όταν φοράω, το τοίχος, η συνείδηση, μεταξύ ματιού και πράγματος - δηλαδή αυτό που εμποδίζει να δω αυτό που Είναι - εξαφανίζεται. Έτσι η ενόραση μου με οδηγεί σε μία καθαρή, υγιή επικοινωνία με το περιβάλλον χωρίς παρεμβολές. Και αυτό συμβαίνει μόνο όταν φοράω τα γυαλιά μου.

Ο πραγματολόγος είναι επαγγελματίας εκ πείρας. Πειραματίζεται φτιάχνοντας αντικείμενα που σκοπό έχουν την άμεση επικοινωνία με το περιβάλλον, με τα πράγματα. Κάθε καινούργιο αντικείμενο που κατασκευάζει, το χρησιμοποιεί πρώτα ο ίδιος και ύστερα το δίνει σε άλλους. Από αυτόν έχω πάρει ψαλίδια που κόβουν από χαρτί μέχρι ανθρώπινους δεσμούς, βιβλία που διδάσκουν τα μυστικά της ζωής, που τα διαβάζεις χωρίς να τα ανοίξεις, μπουκάλια που ξεδιψούν ακόμα κι όταν είναι άδεια, μπάλες, χαρτιά και διάφορα άλλα αντικείμενα. Το μόνο πρόβλημα που αντιμετωπίζω με τον πραγματολόγο, όχι μόνο εγώ αλλά και άλλοι, είναι η δυσκολία πρόσβασης στον χώρο εργασίας του. Αυτό έγκειται στο γεγονός ότι μετακινείται συνέχεια. Μπορεί να εμφανιστεί μπροστά σου σε απειροελάχιστο χρόνο από την στιγμή που θα τον ψάξεις, μπορεί και να τον κυνηγάς μια ολόκληρη ζωή. Το αν θα τον βρεις εξαρτάται από την υπομονή, την θέληση και την τύχη. Το μόνο που έχει να κάνει κάποιος είναι να μπει στην διάσταση του πραγματολόγου, να κατανοήσει δηλαδή την ύπαρξη του.

Όπως είπα λοιπόν δεν είχα σκοπό να πάρω γυαλιά για τον απλούστατο λόγο ότι είχα ήδη. Περπατώντας όμως σε ένα στενό διάδρομο ενός κτιρίου, περικυκλωμένος από ολόλευκους τοίχους, είδα κάτι που δεν είχα ξαναδεί. Ήταν ένα μάυρο, ψηλό, γυμνό αιλουροειδές που περπατούσε όρθιο στα δυο του πόδια, λικνίζοντας το κορμί του αριστερά και δεξιά. Το κεφάλι του πλάσματος έμοιαζε με γάτας και είχε μάτια κόκκινα. Περνώντας από δίπλα του, μύρισα ένα έντονο άρωμα που με υπνώτισε αμέσως σαν δηλητήριο. Σταμάτησα και ένιωσα να ζαλίζομαι από την ηδονή. Γύρισα, έβγαλα τα γυαλιά και είδα την προβολή του πλάσματος στο ορατό πεδίο. Ήταν μία γυναίκα. Την ακολούθησα σαν υπνωτισμένος αφήνοντας τα γυαλιά να πέσουν στο πάτωμα. Το στόμα μου είχε στεγνώσει, τα πόδια μου τα ένιωθα βαριά και η όρασή μου ήταν θολή. Την πλησίασα από πίσω, της άρπαξα το χέρι, την τράβηξα και την έσπρωξα στην μία πλευρά του διαδρόμου. Κόλλησα το σώμα μου πάνω της και την κοίταξα. Αυτή δεν είπε κουβέντα. Μου χαμογέλασε, έβγαλε την γλώσσα της και με μία κίνηση μου έγλειψε το πρόσωπο από το πηγούνι μέχρι το κούτελο. Ήμουν ακινητοποιημένος. Το στομάχι μου είχε σφιχτεί, τα βλέφαρά μου είχαν βαρύνει και είχα βυθιστεί στον πυρήνα της έκστασης.

Μόλις άνοιξα τα μάτια μου βρισκόμουν δεμένος στον κορμό ενός δέντρου, γυμνός απ την μέση και πάνω. Το δέντρο πρέπει να βρισκόταν στο ύψωμα ενός λόφου αφού μπροστά μου απλώνοταν μία τεράστια έκταση λιβάδια που έβοσκαν αγελάδες. Μία αγελάδα από μακριά μου έκλεισε το μάτι, όταν ξαφνικά πετάχτηκε μπροστά μου το παρανοϊκό, αλλοπρόσαλο, ανεξήγητο κι αγαπησιάρικο πρόσωπο του πραγματολόγου. "Πώς σου φάνηκε η καινούργια μου εφεύρεση;", με ρώτησε με ένα πλατύ χαμόγελο. Προφανώς εννοούσε τη γυναίκα αιλουροειδές που μου έγλειψε το πρόσωπο. Ώστε ήταν δικό του το δημιούργημα που με αποπλάνησε. Αμέσως αντιλήφθηκε την σκέψη μου, σήκωσε τα χέρια ψηλά σαν να απευθύνεται σε κάποιο πρόσωπο που βρίσκεται στον ουρανό και άρχισε να απαγγέλει με ρητορικό ύφος.

"Νομίζεις ότι μιλάω για τη γυναίκα. Όχι. Δεν έχω καμία σχέση με αυτήν. Δεν ξέρω ούτε ποια είναι ούτε τί συμβαίνει μεταξύ σας και τη σύνδεσες με μένα. Υποθέτω θα σε συγκλόνισε. Θα σε συγκλονίσει περισσότερο η τελευταία μου ανακάλυψη. Πρόκειται για μία πρωτοπορία στον άυλο κόσμο της φαντασίας. Ένα ΚΡΑΚ, ένα ΜΠΑΜ, ένα ΖΝΤΟΥΠ και όλα μαζί. Κανείς δεν είχε την παραμικρή ιδέα ότι αυτές οι τρεις λεξούλες μπορούν αναμετρηθούν με την ύλη και να μεταφέρουν το σώμα κάποιου στα απόμακρα μέρη της άυλης υπόστασής του. Οι τρεις αυτές λέξεις προσδιορίζουν ακριβώς αυτό που έννοούν : ΚΡΑΚ για το σπάσιμο, ΜΠΑΜ για την έκρηξη, ΖΝΤΟΥΠ για τον γδούπο. Δες όλες αυτές τις αγελάδες. Τις νιώθεις τόσο κοντά σου αν και είναι μακριά. Δες το καταπράσινο λιβάδι. Νιώθεις τη χλόη του τόσο κοντά που μυρίζεις την δροσιά της, αν και είναι μακριά. Το δέντρο που είσαι δεμμένος, πόσο δυνατά σε έχει αγκαλιάσει. Όλα αυτά είναι προϊόντα της φαντασίας σου. Και εγώ τους έχω δώσει ύλη. Φαντάζεσαι κάτι και αμέσως γίνεται πραγματικότητα. Είσαι δεμένος σε ένα δέντρο, απέναντι από ένα απέραντο λιβάδι όπου βόσκουν αγελάδες. Μόλις είδες την γυναίκα φαντάστηκες τον εαυτό σου ημίγυμνο, δεμένο σε ένα δέντρο μπροστά από ένα λιβάδι. Και μεταφέρθηκες αυτόματα στους μέχρι προ λίγου άγνωστους τόπους της φαντασίας σου. Βέβαια έβαλα κι εγώ το χεράκι μου χωρίς να σε προειδοποιήσω. Είναι η πραγματοποίηση όλων των βαθύτερων ονείρων, των κρυφών επιθυμιών, των ανεξερεύνητων ηδονών.

Ξέρω ότι ήθελες να έρθεις σε μένα για καινούργια γυαλιά. Λοιπόν, μάθε ότι τα γυαλιά στο εξής θα βρίσκονται στο μυαλό σου. Μπορείς πλέον μόνος να βλέπεις τα πράγματα όπως Είναι, αθώα, αγνά και παιχνιδιάρικα όποτε εσύ το θελήσεις : αρκεί να σπάσεις το τοίχος της συνείδησης, να διαλύσεις τους όρους από τους οποίους εξαρτώνται οι κρίσεις σου, να πηδήξεις πάνω από ό,τι περιορίζει τους ορίζοντες σου. Και ιδού!"

Σελίδα 114 - Λαβύρινθος



Στην περιοχή που μεγάλωσα υπάρχει μία τεράστια έκταση με μάζες από πράσινα φυτά, ομοιόμορφα κλαδεμένα. Δεν ξέρω αν κάποιος κηπουρός τα πρόσεχε και τα έκοβε σε τέτοια ωραία σχήματα ή αν ήταν έτσι από τη φύση τους. Τα φυτά διαμόρφωναν διαδρόμους, όπου άνετα κάποιος μπορούσε να περπατήσει ανάμεσά τους. Υπήρχαν φήμες ότι πολλοί είχαν χαθεί σε αυτούς τους διαδρόμους και δεν γύρισαν ποτέ. Άλλοι έλεγαν πως μέσα σε αυτούς τους διαδρόμους μπορεί κάποιος να ταξιδέψει στον χρόνο. Κάποτε ένας φίλος, του είδους στο οποίο ανήκω, μου πε ότι περπάτησε μόνο μία ευθεία και μετά αποφάσισε να επιστρέψει. Γυρνώντας όμως ανακάλυψε ότι δεν είχε περπατήσει μόνο μία ευθεία αλλά είχε στρίψει αρκετές φορές. Το πώς κατάφερε και βγήκε το στήριξε στην ευφυία του. Περήφανος φίλος. Όλα αυτά όμως είναι ιστορίες και μόνο ιστορίες. Ήτοι, λόγια. Και τα λόγια απέχουν από τις πράξεις. Αποφάσισα να μπω και να περπατήσω στον φυτικό λαβύρινθο. Μου αρκεί μία δόση θάρρους.

Παλιά δεν έμπαινα σε αυτούς τους διαδρόμους γιατί ένας γείτονας είχε χάσει έναν τεράστιο σκύλο εκεί. Τον συγκεκριμένο σκύλο τον φοβόμουν από τότε που τον είχα δει να κάνει κομμάτια ένα πουλί. Το ξέσκιζε με τα δόντια του αλλά δεν κατάπινε τις σάρκες του. Αφού μασούλαγε λίγο, έκανε κάτι ξερούς ήχους σαν να βήχει και έφτυνε ότι είχε μασήσει. Ύστερα αφού δεν είχε μείνει τίποτ' άλλο παρά μία άμορφη μάζα από κόκκαλα και σάρκες κάθησε και κοίταζε τα υπολλείματα σαν άγαλμα. Μετά από λίγο γύρισε απότομα το κεφάλι του, σχεδόν σαν ένοχος, και με κοίταξε. Αμέσως έστρεψα το βλέμμα αλλού και υποκρίθηκα ότι κοιτάζω τον ουρανό ελπίζοντας ο σκύλος να μην κατάλαβε ότι ήμουν μάρτυρας στο έγκλημα που διέπραξε. Έκανα να γυρίσω αργά και όσο το δυνατόν πιο αδιάφορα προς τη μεριά του σκύλου και τον είδα ξανά στην στάση αγάλματος να κοιτάζει το νεκρό πουλί και να βγάζει ήχους που θα τους παρομοίαζα με καχεκτικά γέλια γεμάτα αλαζονεία. Δεν ήθελα να συναντήσω αυτό το σκυλί αν έμπαινα στον λαβύρινθο.

Το καλύτερο που έχει να κάνει κάποιος για να μην χαθεί σε μία άγνωστη περιοχή είναι ανά τακτά χρονικά διαστήματα να γυρνάει πίσω και να βλέπει πώς είναι το τοπίο. Έτσι στην επιστροφή θα ξέρει αν έχει ξαναπεράσει από αυτό το σημείο. Αλλιώς βλέπεις κάτι προχωρώντας προς μία κατεύθυνση κι αλλιώς προς την ανάποδη. Το παν είναι η οπτική γωνία του πράγματος. Αυτό καθ' αυτό πράγμα, είναι αμφίβολο αν υπάρχει. Για μένα τουλάχιστον, που δεν θέλω να διαθέσω φαιά ουσία για μία τέτοια γνώση, για μένα λέω, είναι αδιάφορο. Οπτική γωνία του πράγματος υπάρχει σίγουρα. Κι ας τολμήσει κάποιος να διαφωνήσει. "Ο διαφωνών να προσέλθει στο εδώλιο. Αμέσως κύριε δικαστά". Αυτό θα κάνω. Δεν θα προσέλθω στο εδώλιο. Θα μπω στον λαβύρινθο.

Περνώντας την πύλη του λαβύρινθου, ένα αέρινο κύμα με χτύπησε απαλά στο πρόσωπο. Ξεκίνησα να διανύω τον διάδρομο που απλωνόταν μπροστά μου σαν φαράγγι. Παρατήρησα ότι όσο περπατούσα τα φυτά γύρω μου άρχιζαν να κάνουν κυματιστές κινήσεις. Μερικές φορές μάλιστα άλλαζαν χρωματισμούς. Όσο έμπαινα πιο βαθιά στον λαβύρινθο το μυαλό μου άλλαζε συχνότητα λειτουργίας. Άρχισαν να εμφανίζονται μπροστά μου πρόσωπα. Κάποια από αυτά τα ήξερα από το παρελθόν, άλλα ήταν τελείως άγνωστα ενώ υπήρχαν και κάποια που ένιωθα ότι θα τα δω στο μέλλον. Αυτά τα τελευταία όσο τα κοιτούσα ανοιγόκλειναν το στόμα τους χωρίς να βγάζουν ήχους. Γενικά μέσα στον λαβύρινθο δεν υπήρχε ήχος, παρά μόνο ένα συνεχές βουητό σαν αυτό που ακούει κάποιος όταν πονάει το αυτί του ή όταν μετά από κάποια έκρηξη χάνεται για λίγο η ακοή. Αν εξαιρέσουμε αυτά τα ενοχλητικά ηχητικά εφέ, οι οπτικές παραισθήσεις δεν με ενοχλούσαν καθόλου. Δεν ανησυχούσα καν για την έξοδό μου από τον λαβύρινθο.

Αγγίζοντας τα τοιχώματα των διαδρόμων διαπίστωσα ότι η επιφάνειά τους ήταν κολλώδης και μαλακή. Αν ο εγκέφαλος δεν περιβάλλοταν από το κρανίο και τον άγγιζα, ακριβώς την ίδια αίσθηση θα είχε. Όσο συνέχιζα την περιπλάνησή μου, άρχισαν να με κυριεύουν έντονες ζαλάδες. Μάλιστα, έφτασα σε σημείο που δεν μπορούσα να σταθώ στα πόδια μου και αναγκάστηκα να περπατάω στηριζόμενος πάνω στα τοιχώματα των διαδρόμων. Ακουμπώντας όμως τα τοιχώματα άρχισαν να με υποδέχονται άγριοι πόνοι, σαν να προέρχονται από το κέντρο του κεφαλιού και να εξαπλώνονται κυματιστά προς τα έξω. Σταδιακά, χωρίς να το αντιλαμβάνομαι, έχανα την όρασή μου. Τότε πλέον κατάλαβα ότι δεν υπήρχε περίπτωση να βγω από τον λαβύρινθο.

Έτρεξα χωρίς να βλέπω μπροστά μου και άρχισα να αιωρούμε πάνω από το έδαφος. Ήμουν σίγουρος ότι πετούσα. Χωρίς να χρειάζεται να βλέπω, στο μυαλό μου διαμορφώθηκε η πλήρη εικόνα του χώρου που ήμουν χαμένος για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα. Μέσα σε αυτόν τον εικονικό κόσμο ήρθα αντιμέτωπος με τους χειρότερους εφιάλτες μου. Είδα τον εαυτό μου να πέφτει σε χαράδρες, να χτυπάει σε βράχους, να κολυμπάει σε ηφαιστιακές λάβες, να ταξιδεύει ανάμεσα από αστερισμούς και να διαμελίζεται μέσα σε μαύρες τρύπες. Όλα άρχισαν να κινούνται σε γρήγορη ταχύτητα. Έμοιαζε με προσομοίωση. Το κεφάλι μου έτρεμε, το σώμα μου είχε σπασμούς και τα χέρια μου σαν να αποτελούν αυτόνομο σώμα ξεχωριστό από τον κορμό είχαν κοκκαλώσει σε μία στάση τόσο στραβή και αφύσικη που αν την έκανα στην πραγματικότητα θα είχα καταστρέψει τουλάχιστον τις κλειδώσεις. Έμοιαζα με παρανοϊκό βουδιστή που προσεύχεται ενώ τον καταλαμβάνουν δαιμόνια βιβλικών καταστροφών. Μέσα σε όλη αυτή τη δίνη εξοικειώθηκα με τους εφιάλτες μου και άρχισα να τους μελετάω.

Ο λαβύρινθος δεν τελείωσε ποτέ. Χάθηκα μέσα του. Και μέσα σε αυτόν, οι ηλεκτρικές εκκενώσεις του μυαλού μου και οι επαφές που δημιουργούν οι νευρώνες, με στέλνουν συνεχώς σε νέους κόσμους. Η εξερεύνηση είναι ατελείωτη. Εγκλωβίστηκα για πάντα μέσα στο μυαλό μου και απελευθερώθηκα από την εξάρτηση του φυσικού κόσμου και των αναγκών που προϋποθέτει. Αδυνατώ να περάσω στην πραγματική διάσταση. Όλα τα πράγματα αυτά καθ'αυτά βρίσκονται μέσα μου. Δεν υπάρχει οπτική γωνία απ' όπου μπορώ να τα δω ή να με δουν αυτά. Βρίσκομαι για πάντα μέσα στα πράγματα, τα πράγματα βρίσκονται για πάντα μέσα σε εμένα. Είμαστε Ένα.

Σελίδα 225 (ότι σώθηκε από αυτή)




Κινήθηκα ακαριαία κάνοντας ένα σπάσιμο στην μέση για να αποφύγω το μπουκάλι. Αν υπήρχε μία φωτογραφία που να με δείξει εκείνη τη στιγμή που έκανα τον ελιγμό, θα βλέπατε έναν άχαρο άντρα με το ένα πόδι στον αερά να προσπαθεί να περπατήσει και αλλού να πηγαίνουν τα πόδια και αλλού ο κορμός του σώματός του. Θα απορούσατε πώς στεκόταν όρθιος. Ωστόσο τα κατάφερα και όχι απλά στάθηκα όρθιος, αλλά απέφυγα το μπουκάλι που άγγιξε τον λοβό του αυτιού μου τσιρίζοντας και αφήνοντας μία πιτσιλιά κρασί στο μάγουλο μου. Δεν πρόλαβα να χαρώ την τεράστια επιτυχία της κίνησής μου όταν ο μεθυσμένος αλήτης με τα γένια σφήνωσε την γροθιά του με όση δύναμη του είχε απομείνει στο στομάχι μου. Μία ευαίσθητη και ζωτικής σημασίας περιοχή σαν το στομάχι θα έπρεπε να είναι καλύτερα προστατευμένη από αυτόν που δημιούργησε τον άνθρωπο. Αν ήμουν θεός θα την είχα επενδύσει με ένα υπόστρωμα τσιμέντου κάτω ακριβώς από το δέρμα. Όμως η πραγματικότητα απέχει πολύ από την παραφιλολογία περί θεών. Η φύση επικαλέστηκε τον νόμο της δράσης-αντίδρασης και τα πρώτα συμπτώματα αφόρητου πόνου ταρακούνησαν τα σωθικά μου. Ένα ταχύτατο κύμα ζάλης πέρασε σαν αστραπή από τα κύτταρα του εγκεφάλου μου. Ύστερα ομίχλη εξαπλώθηκε παντού μετατρέποντας τον χώρο που βρισκόμουν σε ένα σύννεφο.

Όταν χάνει κάποιος τις αισθήσεις του εισάγεται σε μία κατάσταση που μόνο ονειρική μπορεί να χαρακτηριστεί. Ο εγκέφαλος μπαίνει σε ένα αόρατο, ατσάλινο τσουβάλι που το προστατεύει από οποιαδήποτε δύναμη απειλήσει να το διαταράξει από τον λήθαργο. Πρόσωπα, τοπία, δάση και θάλασσες εμφανίζονται ζωγραφισμένα πάνω σε γυαλί. Ζεις το τελευταίο όνειρο. Εκείνη την στιγμή ό,τι κι αν πάθει το σώμα, ο εγκέφαλος αρνείται να δεχτεί οποιοδήποτε σήμα συναγερμού. Είτε αυτό λέγεται πόνος, είτε θάνατος, ο εγκέφαλος θα το αντιληφθεί όταν το ατσάλινο τσουβάλι εξαφανιστεί. Τότε είναι που το όνειρο τελειώνει. Και ξυπνάω σε ένα δωμάτιο τέσσερα επί τέσσερα. Ξαπλωμένος. Έχω κολλήσει το σώμα μου πάνω στον τοίχο σε εμβρυική στάση. Άσπρα παντού. Άσπροι τοίχοι, άσπρο ταβάνι. Μα υπάρχει ένα πρόβλημα : δεν διακρίνω την πόρτα. Σε όσους χώρους έχω μπει πάντα υπάρχει μία πόρτα, αλλιώς δεν θα έμπαινα ποτέ, έτσι δεν είναι; Σηκώνομαι όρθιος. Εδώ μέσα η απίστευτη μονοτονία του άσπρου με τυφλώνει. Τα μάτια μου βλέπουν θολά. Γυρνάω γύρο γύρο κρατώντας το κέντρο βάρους σφηνωμένο στο έδαφος. Είμαι το κέντρο στον νοητό κύκλο ενός άσπρου χάους.

Χτυπάω τους τοίχους. Υπόκωφοι ήχοι από νεκρά κουφάρια. Μόνο ένα ταρριχευμένο ζώο θα αναστέναζε έτσι αν το χτυπούσα με μπουνιές. Πρέπει να κάτσω κάτω, το προτιμότερο σταυροπόδι, και να σκεφτώ. Κάθησα. "Με αγγίζουν τα πάντα", φωνάζω. Δεν υπάρχει ηχώ, αλλά νιώθω κάτι να με ακούει. Εκτός κι αν είμαι εγώ. "Με αγγίζουν τα πάντα!", ξαναφωνάζω με μεγαλύτερο πάθος και ένταση. Σαν να τρέμουν οι τοίχοι. Δεν έτρεμαν. Εγώ το φαντάστηκα. Επικρατεί υπερβολική ηρεμία. Πρέπει να αναγκάσω το μυαλό μου να εξοικειωθεί. Αλλιώς θα τρελαθώ. Ίσως αυτός να είναι ο σκοπός τους. "Με δεχτήκατε στο βασίλειό σας μεγαλειότατε!" Μα τί ωραία. Φωνάζω και δεν ακούει κανείς. Σκέψου. Τί έκανες πριν καταλήξεις εδώ; Είχα πάει να ράψω το κουμπί του παντελονιού μου. Και μετά; Στην πόρτα του μαγαζιού ήταν κρεμασμένη μία ταμπελίτσα που έλεγε "Το μαγαζί είναι κλειστό επ αόριστον λόγω αχαριστίας". Ή μήπως έλεγε "απελπισίας". Δεν θυμάμαι. Σκέφτηκα τότε πώς φέρθηκα πολύ εγωιστικά. Ίσως να πλήγωσα τον ράφτη. Μετά. Τί έκανες μετά; Μετά μπήκα εδώ, δηλαδή δεν μπήκα, βρέθηκα. Όχι, όχι. Δεν θυμάμαι. Δεν ξέρω. Θυμήσου. Κενό μνήμης.

Άνετα θα μπορούσα να ζήσω εδώ μέσα. Και ποιος δεν θα μπορούσε. Γαλήνη. Νιώθω σαν να έγινε ένα είδος μετενσάρκωσης. Μεταφέρθηκα σε άλλο σώμα; Κοιτάζω τα χέρια μου. Κανένα ίχνος αλλαγής στο δέρμα : ίδια τριχοφυία, ίδιο χρώμα, ίδιες φλέβες. Μήπως είναι όνειρο; Θα με τσιμπίσω. Τσιμπιέμαι και δεν νιώθω τίποτα. Χαστούκι. Τίποτα. Κι άλλο χαστούκι. Δεν νιώθω πόνο. "Δεν με αγγίζει τίποτα!", φωνάζω. Ανεπίτρεπτο. Ορίστε. Πριν φώναζα ότι με αγγίζουν τα πάντα...τώρα τίποτα. Απαράδεκτο τουλάχιστον. Αρχίζω να κάνω πηδηματάκια. Είναι το μόνο που δεν δοκίμασα. Με τα πηδηματάκια ίσως η ενεργειακή μου μάζα αποπροσανατολιστεί. Ένα, δύο τρία, τέσσερα...και στο πέμπτο συνέβει αυτό που περίμενα να συμβεί. Μία λάμψη φωτός με έλουσε και

[Εδώ η σελίδα του ημερολογίου είναι καμμένη. Αδύνατον να συνεχιστεί η ανάγνωση]

Σελίδα 367 - Βόλτα στο δάσος




Περπατούσα στο δάσος όταν ξαφνικά ένας λύκος έχωσε τους κυνόδοντές του στο τρυφερό μπούτι μου. Ξαφνιάστηκα, τρομοκρατήθηκα, αιφνιδιάστικα, φοβήθηκα, κοκκίνησα, θύμωσα. Μέχρι να αντιληφθώ ότι δύο δόντια χώθηκαν στη σάρκα μου σφύριζα ανέμελος έναν γνώριμο ρυθμό που μου θύμιζε το παρελθόν, όταν είχα επισκεφθεί έναν φίλο σε μία ξένη χώρα. Δεν έφταιγε ο ρυθμός που σφύριζα. Αν και μερικές φορές τα ζώα επηρεάζονται από την μουσική όπως και ο άνθρωπος. Αλλά δεν βρίσκω εξήγηση γιατί θα μπορούσε αυτός ο ρυθμός να κεντρίσει το ενδιαφέρον ενός λύκου, τόσο πολύ ώστε να με πλησιάσει και να με δαγκώσει. Να μην γίνομαι κουραστικός όμως με τα αίτια της οργής ή της αγάπης ή των συναισθημάτων γενικότερα που οδήγησαν τον λύκο στο να με δαγκώσει.

Το πόδι μου μάτωσε. Και μάτωσε πολύ. Έγινε κατακόκκινο. Δεν έχω ξαναδει τόσο κόκκινο πόδι. Ούτε καν οι ερυθρόδερμοι δεν έχουν τόσο κόκκινα πόδια. Στην αρχή περίμενα ότι το αίμα θα σταματήσει να ρέει. Αίμα είναι πόσο να έχω; Πεπερασμένη η ποσότητα που διαθέτω. Προς έκπληξή μου το αίμα δεν σταμάταγε να τρέχει από τις δύο τρύπες. Πήρα την απόφαση και ανέλαβα την ευθύνη να κάνω κάτι. Κάπως έπρεπε να σταματήσω την αιμορραγία. Σε ένα δάσος, ένας έξυπνος, πρακτικός ή έστω λίγο πολυμήχανος άνθρωπος, ζώο, ή όν μπορεί να βρει μεγάλη ποικιλία φύλλων, χόρτων ή φυτών που μπορεί να τα χρησιμοποιήσει για να δέσει μία πληγή. Όμως δεν είμαι ούτε έξυπνος, ούτε πρακτικός, ούτε έστω λίγο πολυμήχανος. Όσο για το αν είμαι άνθρωπος, δεν θα ήθελα να αναφερθώ γιατί ίσως τρομάξετε. Κάποιος άλλος λογικός θα έλεγε να σκίσω ένα κομμάτι ύφασμα από την μπλούζα και να το δέσω στο πόδι μου. Όμως δεν φορούσα μπλούζα, ούτε καν παντελόνι. Για να μην τα πολυλογώ έχωσα τα δύο δάχτυλά μου - τον δείχτη και τον μέσο - μέσα στις δύο τρύπες. Ναι ήταν αρκετά ανοιχτές για να χωρέσουν τα δάχτυλά μου μιας και ο λύκος δεν δάγκωσε προσεχτικά αλλά αφού έχωσε τα δόντια του, τράβηξε με δύναμη, προφανώς για να μου κόψει κομμάτι.Μιας και είπα για τον λύκο όμως θα αναρωτιέστε τί να έκανε άραγε ο λύκος ενώ προσπαθούσα να βρω λύση στο πρόβλημά μου.

Ε λοιπόν, ο λύκος καθόταν και με κοίταζε. Και μάλιστα όχι απλά με κοίταζε αλλά ταρακουνούσε το κεφάλι του αριστερά, δεξιά, σαν να προσπαθούσε να διώξει κάτι από πάνω του. Δεν μου έδινε καμία σημασία που ήμουν βουτηγμένος στα αίματα. Η αναισθησία του λύκου, που δεν φτάνει που με πλήγωσε αλλά στην συνέχεια αδιαφόρησε για την πληγή μου, με εκνεύρισε. Έχοντας χωμένα τα δύο μου δάχτυλα μέσα στις τρύπες του ποδιού μου - που όπως είπα τα έβαλα εκεί για να σταματήσω την αιμορραγία - πήρα ένα κλαδάκι από κάτω με το άλλο μου χέρι και κοίταξα τον λύκο. Ο λύκος σταμάτησε τότε να ταρακουνάει το κεφάλι του σαν υστερικός, με κοίταξε στα μάτια και γρύλιξε. Τότε άρχισα να τον κυνηγάω με το κλαδί. Κι αυτό ήταν το λάθος μου. Έπρεπε να ελένξω τον θυμό μου αλλά δεν μπορούσα. Η αδιαφορία είχε εξάψει το νευρικό μου σύστημα. Και δεν ήταν λάθος που τα έβαλα με τον λύκο πληγωμένος, ούτε επειδή δεν μπορούσα να τρέξω έχοντας παράλληλα το ένα μου χέρι ακίνητο (αν έκανα απότομες κινήσεις οι τρύπες θα άνοιγαν περισσότερο) με τα δύο μου δάχτυλα χωμένα στο πόδι. Ήταν λάθος γιατί ο λύκος γνώριζε το δάσος ενώ εγώ ελάχιστα. Για την ακρίβεια καθόλου. Δεν είχα ξαναπατήσει το πόδι μου σε ένα δάσος σαν αυτό.

Ενώ κυνηγούσα τον λύκο με το ξύλο, πάτησα πάνω σε μία μάζα από φύλλα που προς έκπληξή μου υποχώρησαν από το βάρος μου και με άφησαν να πέσω μέσα σε μία τρύπα βαθιά, σαν πηγάδι. Μέσα σε αυτή την τρύπα αποφάσισα να γράψω τί μου συνέβη. Ίσως αυτή η τρύπα να είναι παγίδα κατασκευασμένη από καννίβαλους, αυτούς τους τύπους με τα κόκκαλα περασμένα μέσα από τα ρουθούνια και τα μαλλιά. Τους φοβάμαι. Όχι αυτούς συγκεκριμένα. Φοβάμαι ότι μπορεί να με ρίξουν σε καζάνι με καυτό νερό. Και δεν αντέχω καθόλου τη ζέστη. Ίσως τώρα που διαβάζονται αυτά να μην ζω. Είτε λόγω αιμοραγίας είτε λόγω των καννίβαλλων είτε λόγω πείνας ή δίψας.

Κοιτάζω ψηλά. Η τρύπα είναι στρογγυλή. Μόνο ένα κομμάτι του ουρανού είναι ορατό. Σαν να τον βλέπεις από τηλεσκόπιο. Τί όμορφος που είναι ο ουρανός όταν δεν τον βλέπεις ολόκληρο. Σαν ζωγραφιά. Στρογγυλός και απλός. Όταν εξαλείπτω το χάος με την φαντασία μου ερεθίζομαι. Είμαι ο ένας και μοναδικός, ακέραιος, ζωγράφος του ορίζοντα. Σηκώνω το ένα μου χέρι ψηλά. Με το άλλο παίρνω το πινέλο και με νευρικά σπασίματα του καρπού, και του ώμου μου, χύνω πιτσιλωτά αστέρια στον κάμβα. Το κεφάλι μου κάνει σπασμωδικές ημικυκλικές κινήσεις, από αριστερά προς δεξιά, από δεξιά προς αριστερά. Υδρογόνο χύνεται από το πινέλο μου! Να ο εγγύτατος του Κενταύρου, να ο Ωρίωνας, να η Αφροδίτη! Ο Δίας που κάθεται και παρακολουθεί αρχοντικά στον θρόνο του, έτη φωτός, μακριά, έτοιμος να τιμωρήσει με τους κεραυνούς του. Μέσα από την Παρθένο, διαμέσου των Θηρευτικών Κυνών γεννιέται η Κόμη της Βερενίκης! Και να εκεί που ζωγραφίζω ολόκληρο το Σύμπαν, το τοπίο μου κρύβει η μούρη του λύκου. Καταραμένε! Κοιτάζει για λίγο μέσα στην τρύπα μου. Μέσα στην τρύπα που έπεσα και πλέον μου ανήκει. Και σαν να μου χαμογελάει, γυρνάει περιφρονητικά και με παρατάει μόνο στο υπόγειο παλάτι μου.