Σελίδα 367 - Βόλτα στο δάσος




Περπατούσα στο δάσος όταν ξαφνικά ένας λύκος έχωσε τους κυνόδοντές του στο τρυφερό μπούτι μου. Ξαφνιάστηκα, τρομοκρατήθηκα, αιφνιδιάστικα, φοβήθηκα, κοκκίνησα, θύμωσα. Μέχρι να αντιληφθώ ότι δύο δόντια χώθηκαν στη σάρκα μου σφύριζα ανέμελος έναν γνώριμο ρυθμό που μου θύμιζε το παρελθόν, όταν είχα επισκεφθεί έναν φίλο σε μία ξένη χώρα. Δεν έφταιγε ο ρυθμός που σφύριζα. Αν και μερικές φορές τα ζώα επηρεάζονται από την μουσική όπως και ο άνθρωπος. Αλλά δεν βρίσκω εξήγηση γιατί θα μπορούσε αυτός ο ρυθμός να κεντρίσει το ενδιαφέρον ενός λύκου, τόσο πολύ ώστε να με πλησιάσει και να με δαγκώσει. Να μην γίνομαι κουραστικός όμως με τα αίτια της οργής ή της αγάπης ή των συναισθημάτων γενικότερα που οδήγησαν τον λύκο στο να με δαγκώσει.

Το πόδι μου μάτωσε. Και μάτωσε πολύ. Έγινε κατακόκκινο. Δεν έχω ξαναδει τόσο κόκκινο πόδι. Ούτε καν οι ερυθρόδερμοι δεν έχουν τόσο κόκκινα πόδια. Στην αρχή περίμενα ότι το αίμα θα σταματήσει να ρέει. Αίμα είναι πόσο να έχω; Πεπερασμένη η ποσότητα που διαθέτω. Προς έκπληξή μου το αίμα δεν σταμάταγε να τρέχει από τις δύο τρύπες. Πήρα την απόφαση και ανέλαβα την ευθύνη να κάνω κάτι. Κάπως έπρεπε να σταματήσω την αιμορραγία. Σε ένα δάσος, ένας έξυπνος, πρακτικός ή έστω λίγο πολυμήχανος άνθρωπος, ζώο, ή όν μπορεί να βρει μεγάλη ποικιλία φύλλων, χόρτων ή φυτών που μπορεί να τα χρησιμοποιήσει για να δέσει μία πληγή. Όμως δεν είμαι ούτε έξυπνος, ούτε πρακτικός, ούτε έστω λίγο πολυμήχανος. Όσο για το αν είμαι άνθρωπος, δεν θα ήθελα να αναφερθώ γιατί ίσως τρομάξετε. Κάποιος άλλος λογικός θα έλεγε να σκίσω ένα κομμάτι ύφασμα από την μπλούζα και να το δέσω στο πόδι μου. Όμως δεν φορούσα μπλούζα, ούτε καν παντελόνι. Για να μην τα πολυλογώ έχωσα τα δύο δάχτυλά μου - τον δείχτη και τον μέσο - μέσα στις δύο τρύπες. Ναι ήταν αρκετά ανοιχτές για να χωρέσουν τα δάχτυλά μου μιας και ο λύκος δεν δάγκωσε προσεχτικά αλλά αφού έχωσε τα δόντια του, τράβηξε με δύναμη, προφανώς για να μου κόψει κομμάτι.Μιας και είπα για τον λύκο όμως θα αναρωτιέστε τί να έκανε άραγε ο λύκος ενώ προσπαθούσα να βρω λύση στο πρόβλημά μου.

Ε λοιπόν, ο λύκος καθόταν και με κοίταζε. Και μάλιστα όχι απλά με κοίταζε αλλά ταρακουνούσε το κεφάλι του αριστερά, δεξιά, σαν να προσπαθούσε να διώξει κάτι από πάνω του. Δεν μου έδινε καμία σημασία που ήμουν βουτηγμένος στα αίματα. Η αναισθησία του λύκου, που δεν φτάνει που με πλήγωσε αλλά στην συνέχεια αδιαφόρησε για την πληγή μου, με εκνεύρισε. Έχοντας χωμένα τα δύο μου δάχτυλα μέσα στις τρύπες του ποδιού μου - που όπως είπα τα έβαλα εκεί για να σταματήσω την αιμορραγία - πήρα ένα κλαδάκι από κάτω με το άλλο μου χέρι και κοίταξα τον λύκο. Ο λύκος σταμάτησε τότε να ταρακουνάει το κεφάλι του σαν υστερικός, με κοίταξε στα μάτια και γρύλιξε. Τότε άρχισα να τον κυνηγάω με το κλαδί. Κι αυτό ήταν το λάθος μου. Έπρεπε να ελένξω τον θυμό μου αλλά δεν μπορούσα. Η αδιαφορία είχε εξάψει το νευρικό μου σύστημα. Και δεν ήταν λάθος που τα έβαλα με τον λύκο πληγωμένος, ούτε επειδή δεν μπορούσα να τρέξω έχοντας παράλληλα το ένα μου χέρι ακίνητο (αν έκανα απότομες κινήσεις οι τρύπες θα άνοιγαν περισσότερο) με τα δύο μου δάχτυλα χωμένα στο πόδι. Ήταν λάθος γιατί ο λύκος γνώριζε το δάσος ενώ εγώ ελάχιστα. Για την ακρίβεια καθόλου. Δεν είχα ξαναπατήσει το πόδι μου σε ένα δάσος σαν αυτό.

Ενώ κυνηγούσα τον λύκο με το ξύλο, πάτησα πάνω σε μία μάζα από φύλλα που προς έκπληξή μου υποχώρησαν από το βάρος μου και με άφησαν να πέσω μέσα σε μία τρύπα βαθιά, σαν πηγάδι. Μέσα σε αυτή την τρύπα αποφάσισα να γράψω τί μου συνέβη. Ίσως αυτή η τρύπα να είναι παγίδα κατασκευασμένη από καννίβαλους, αυτούς τους τύπους με τα κόκκαλα περασμένα μέσα από τα ρουθούνια και τα μαλλιά. Τους φοβάμαι. Όχι αυτούς συγκεκριμένα. Φοβάμαι ότι μπορεί να με ρίξουν σε καζάνι με καυτό νερό. Και δεν αντέχω καθόλου τη ζέστη. Ίσως τώρα που διαβάζονται αυτά να μην ζω. Είτε λόγω αιμοραγίας είτε λόγω των καννίβαλλων είτε λόγω πείνας ή δίψας.

Κοιτάζω ψηλά. Η τρύπα είναι στρογγυλή. Μόνο ένα κομμάτι του ουρανού είναι ορατό. Σαν να τον βλέπεις από τηλεσκόπιο. Τί όμορφος που είναι ο ουρανός όταν δεν τον βλέπεις ολόκληρο. Σαν ζωγραφιά. Στρογγυλός και απλός. Όταν εξαλείπτω το χάος με την φαντασία μου ερεθίζομαι. Είμαι ο ένας και μοναδικός, ακέραιος, ζωγράφος του ορίζοντα. Σηκώνω το ένα μου χέρι ψηλά. Με το άλλο παίρνω το πινέλο και με νευρικά σπασίματα του καρπού, και του ώμου μου, χύνω πιτσιλωτά αστέρια στον κάμβα. Το κεφάλι μου κάνει σπασμωδικές ημικυκλικές κινήσεις, από αριστερά προς δεξιά, από δεξιά προς αριστερά. Υδρογόνο χύνεται από το πινέλο μου! Να ο εγγύτατος του Κενταύρου, να ο Ωρίωνας, να η Αφροδίτη! Ο Δίας που κάθεται και παρακολουθεί αρχοντικά στον θρόνο του, έτη φωτός, μακριά, έτοιμος να τιμωρήσει με τους κεραυνούς του. Μέσα από την Παρθένο, διαμέσου των Θηρευτικών Κυνών γεννιέται η Κόμη της Βερενίκης! Και να εκεί που ζωγραφίζω ολόκληρο το Σύμπαν, το τοπίο μου κρύβει η μούρη του λύκου. Καταραμένε! Κοιτάζει για λίγο μέσα στην τρύπα μου. Μέσα στην τρύπα που έπεσα και πλέον μου ανήκει. Και σαν να μου χαμογελάει, γυρνάει περιφρονητικά και με παρατάει μόνο στο υπόγειο παλάτι μου.